Ιστορίες

Εδώ θα ανεβαίνουν κάποιες ιστορίες που έχουν συμβεί στον κόσμο (και φυσικά είναι ευρέως γνωστές – για να μην αποκαλυφθούν πράγματα που δεν πρέπει να γνωρίζουν οι παίκτες).

Ιδού η πρώτη ιστορία, ελπίζω να σας αρέσει!

Queen of Silveria

Σε πολιορκία

Η Ντιάνα ξύπνησε από τον υπόκωφο ήχο των κανονιών. Γύρισε πλευρό και κάθησε λίγα λεπτά με τα μάτια κλειστά πριν σηκωθεί με αργές κινήσεις προσπαθώντας να διώξει τον ύπνο από τα βλέφαρά της. Τις πρώτες μέρες της πολιορκίας πεταγόταν με τον παραμικρό πυροβολισμό αλλά γρήγορα συνήθισε. “Άλλη μια μέρα” σκέφτηκε καθώς φορούσε τις μπότες της “θα αντέξουμε άλλη μια μέρα;”

Όσο και αν η μητέρα της και βασίλισσα της Silveria, Ιππολύτη πίστευε και διατεινόταν ότι θα απωθούνταν οι Ραδονιανοί, αυτή το έβλεπε πως είχε χαθεί η υπόθεση. Αν ήταν στο χέρι της θα συνθηκολογούσε αυτή τη στιγμή για να ελαχιστοποιήσει όσο ήταν δυνατόν τη ζημιά. Μετά από τρία χρόνια πολέμου η κατάληξη δεν ήταν αυτή που θα ήθελαν. Η Ντιάνα απορούσε πως ήταν δυνατόν να είναι η βασίλισσα και οι έμπιστές της τόσο αισιόδοξες. Να ξεκινήσουν να κατακτήσουν τη Radonia, να επανακατακτήσουν τη Silveria minor όπως έλεγαν και όπως ήταν κάποτε. Κάποτε, ούτε θυμόταν καλά καλά πόσες γενιές πριν. Με τη μικρή βοήθεια που υποσχέθηκαν οι κοντινές βασίλισσες; Και που αποδείχθηκε μηδαμινή; Με την προσμονή ότι η αυτοκράτειρα θα κινητοποιούνταν; Η αυτοκρατορία των Αμαζόνων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη το κάθε βασίλειο στην ουσία πάλευε μόνο του. Και να τώρα, αφού η Radonia είχε αντέξει όλες τις επιθέσεις, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, ο κυβερνήτης της, πολιορκούσε το οχυρό ανάκτορο. Δεν υπήρχε ούτε προοπτική ούτε χρόνος για ενισχύσεις. Το βασιλικό πυροβολικό της Radonia, το καλύτερο ίσως σε όλους τους γαλαξίες είχε σχεδόν ισοπεδώσει τις οχυρώσεις. Δυο φορές είχαν προσπαθήσει με εξόδους να αντεπιτεθούν και τις δύο απέτυχαν με βαριές απώλειες. Πόσες αδελφές αμαζόνες νεκρές, πολλές φίλες της ανάμεσά τους. Αν ήταν στο χέρι της… Με έναν αναστεναγμό φόρεσε τη ζώνη με το σπαθί και το όπλο της και βγήκε. Αυτή ήταν απλώς η δεύτερη κόρη της βασίλισσας. Και σίγουρα όχι η αγαπημένη. Η αδερφή της η Ιππολύτη είχε ανακηρυχθεί διάδοχος και πρώτη ιππέας της βασίλισσας. Η Ντιάνα δεν υπολογιζόταν καν σαν πριγκήπισσα.

Στους διαδρόμους επικρατούσε η συνήθης αναταραχή της μάχης. Ομάδες αμαζόνων έτρεχαν να πάρουν τις θέσεις τους ενώ αξιωματικοί φώναζαν διαταγές. Μέσα στην οχλοβοή ακούστηκε μια φωνή που γρήγορα βρέθηκε στα χείλη όλων, “Έρχονται!”. Όλες ήξεραν τι σήμαινε αυτό. Άρχισαν όλες να κινούνται προς τις εξόδους που οδηγούσαν στις οχυρώσεις ή ό,τι είχε μείνει από αυτές. Είχε έρθει η ώρα να πολεμήσουν πραγματικά, σώμα με σώμα αν μπορούσαν. Παρά τις σκέψεις της δεν μπόρεσε να μη νιώσει έναν ενθουσιασμό, όπως όλες οι αδελφές της, τον ενθουσιασμό της μάχης. Το είχαν στο αίμα τους, ήταν αμαζόνες, γεννημένες και μεγαλωμένες πολεμίστριες. Από την αίθουσα του θρόνου βγήκε βιαστική η βασίλισσα με το επιτελείο και τη φρουρά της. Ήταν ένα θαυμαστό θέαμα. Βάδιζαν με σίγουρο βήμα προς τη μάχη, οι θώρακες, οι ιδιαίτεροι θώρακες της Silveria που άφηναν την πλάτη ακάλυπτη καθώς καμιά τους ποτέ δεν θα γύριζε την πλάτη στον εχθρό, γυάλιζαν, πολλές είχαν ήδη σπαθιά στα χέρια τους και η βασίλισσα, απλά, έλαμπε καθώς προχωρούσε και πίσω της κυμάτιζε ο πορφυρός μανδύας της. Όποιος τις έβλεπε θα πίστευε ότι ήταν ανίκητες, πάντα περήφανες ακόμα και μπροστά στο θάνατο.

Η Ντιάνα έτρεξε να μπει και αυτή στην ακολουθία όταν κάποια την κράτησε από το χέρι. “Που πας εσύ;” Γύρισε βαριεστημένα καθώς αναγνώρισε τη φωνή της αδελφής της. “Τι πρόβλημα έχεις Ιππολύτη;” “Ακούστε πως μιλάει στη διάδοχο!” είπε στην ακολουθία της και όλες γέλασαν. “Η βασίλισσα βαδίζει στη μάχη! Και στο πλάι της έχουν θέση μόνο πραγματικές αμαζόνες, όχι κοριτσάκια.” Περισσότερα γέλια. Η Ντιάνα κοκκίνησε από την προσβολή. Το χέρι της πήγε στη λαβή του σπαθιού της αλλά κάποια από τις άλλες τη χτύπησε δυνατά από πίσω και την έριξε κάτω. “Να προσέχεις τα νώτα σου καλύτερα!” φώναξε μία. “Αφού είσαι εύκαιρη δήλωσε και υποταγή στην Ιππολύτη” είπαν μερικές. “Καλή ιδέα!” είπε η Ιππολύτη και έσπρωξε τη μπότα της στο πρόσωπο της Ντιάνας “Φίλησέ τη!”. Αυτή δεν μπόρεσε να κρατηθεί και την έφτυσε για να δεχθεί αμέσως την κλωτσιά. Καθώς το αίμα γέμισε το στόμα της οι άλλες έφυγαν “Πάμε, έχουμε μια μάχη να κερδίσουμε!”
Η Ντιάνα ξεκίνησε να σηκώνεται σιγά σιγά. “Ντιάνα! Ωχ, όχι πάλι!” αναφώνησε η εξαδέλφη της Αλεξάνδρα βοηθώντας την να σηκωθεί. “Γιατί δεν περίμενες και εμάς;”
“Καλά είμαι, έχω συνηθίσει πια…” απάντησε με πίκρα.
“Μην τους δίνεις σημασία είναι ηλίθιες” την παρηγόρησε η Αλεξάνδρα καθώς έφτασαν και οι άλλες αμαζόνες της “εμείς όλες ξέρουμε ότι είχες δίκιο για τον πόλεμο και είμαστε μαζί σου.”
“Και αυτό δεν πρόκειται να σας το συγχωρήσει ποτέ η Ιππολύτη… πολύ φοβάμαι όταν έρθει η ώρα θα πρέπει να με ακολουθήσετε στην εξορία. Πάμε τώρα να βοηθήσουμε, κάπου θα μας θέλουν.”

Η μάχη ήταν σκληρή καθώς οι μισο-κατεστραμμένες οχυρώσεις άφηναν κενά από τα οποία προσπαθούσαν να εισέλθουν οι στρατιώτες της Radonia. Οι Αμαζόνες στην ουσία έκλειναν με τα σώματά τους το δρόμο, αυτές ήταν πια τα τείχη του πλανήτη τους. Καλύπτονταν πίσω από τα χαλάσματα όσο ανταλάσσονταν πυρά και όταν προήλαυναν οι εχθροί έβγαιναν και έπεφταν επάνω τους με σπαθιά, δόρατα και τόξα. Δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπίσουν τις ξιφολόγχες τους αλλά πάνω στα χαλάσματα χαλούσαν αναγκαστικά οι γραμμές τους και στη μάχη εκ του συστάδην δεν υπήρχε λαός που να τις συναγωνίζεται. Η Ντιάνα πολεμούσε με την Αλεξάνδρα στο πλευρό της και τις φίλες τους γύρω τους σε μια δευτερεύουσα πύλη την οποία προσπαθούσαν να καταλάβουν οι Radonians. Είχε πληγωθεί σε ορισμένα σημεία ευτυχώς επιφανειακά αλλά οι πληγές την ενοχλούσαν όσο προχωρούσε η ώρα. Για άλλη μια φορά οι εχθροί προσπάθησαν να σκαρφαλώσουν στα ερείπια του πύργου της πύλης. Εκεί δεν είχαν το πλεονέκτημα των πυροβόλων τους και οι Αμαζόνες όρμησαν να τους συναντήσουν με τα σπαθιά στα χέρια. Η Ντιάνα ένιωσε την Αλεξάνδρα να τη σπρώχνει στερώντας από αυτόν που την πυροβόλησε το στόχο του. Γύρισε και διασταύρωσε το ξίφος της με το δικό του αλλά ο αντίπαλός της δεν άντεξε για πολύ την ορμή της νεαρής αμαζόνας που φλεγόταν από τον πυρετό της μάχης και το σπαθί της καρφώθηκε με δύναμη στο σώμα του. Καθώς έπεφτε νεκρός, το κράνος που έκρυβε το πρόσωπό του βγήκε και την προσοχή της τράβηξαν τα μακριά ξανθά μαλλιά που απλώθηκαν. Έμεινε να κοιτάζει με έκπληξη το πρόσωπο της κοπέλας που μόλις είχε σκοτώσει. “Μα τι συμβαίνει;” σκέφτηκε “Υποτίθεται οι γυναίκες είναι σχεδόν σκλάβες στη Radonia, πως μπορεί να έχουν την τιμή να πολεμούν;” Οι ιαχές, ευτυχώς και όχι μια σφαίρα, διέκοψαν τις σκέψεις της καθώς οι αντίπαλοι σάλπισαν υποχώρηση. Σχεδόν αμέσως όμως ξανάρχισε ο βομβαρδισμός και έτρεξαν όλες να καλυφθούν.

Το βράδυ αφού είχαν καθαρισθεί και είχαν περιποιηθεί τις πληγές τους συναντήθηκαν για φαγητό στα δωμάτια της Ντιάνας. Πριν ξεκινήσουν η Ντιάνα σηκώθηκε με το κρασί στο χέρι και έκανε μια μικρή σπονδή “Στη μνήμη της Ανδρομάχης και της Νεφέλης, είθε να κυνηγούν στο πλάι της θεάς”. Όλες έσκυψαν τα κεφάλια, άλλες δυο φίλες τους νεκρές. Και πόσες ακόμα θα πέθαιναν άραγε;

Μετά το φαγητό άρχισαν να συζητούν τα γεγονότα και τα νέα της ημέρας. “Ήξερες ότι έχουν και γυναίκες στο στρατό της Radonia;” ρώτησε την Αλεξάνδρα.
“Είχα ακούσει φήμες από αυτές που γύριζαν από τις εκστρατείες αλλά γενικά δεν το συζητούν” απάντησε.
“Αυτή η τρέλα πρέπει να σταματήσει. Δηλαδή τώρα σκοτωνόμαστε με τις αδελφές μας που υποτίθεται ζουν υποτελείς στη Radonia και θα ελευθερώναμε;” αναρωτήθηκε η Ντιάνα.
“Δεν ξέρω, ειλικρινά δεν ξέρω Ντιάνα” της απάντησε η Αλεξάνδρα.
Κοιτάζονταν σιωπηλές για λίγη ώρα. Στην Ντιάνα άρεσε η εξαδέλφη της, επικοινωνούσαν απόλυτα, ήταν και οι δύο κάπως αντισυμβατικές και απολάμβανε τις εκτεταμένες συζητήσεις μαζί της. Και ήταν και όμορφη…
“Ξέρω τι σκέφτεσαι!!” της είπε με πονηρό χαμόγελο η Αλεξάνδρα.
“Αλεξάνδρα…”
“Κατάλαβα…”
“Όχι, ξέρεις ότι θα ήθελα να είμαστε μαζί, νύμφες, αλλά δεν θέλω να γίνεις και εσύ στόχος της.”
“Ναι, καλά, πάντα η Ιππολύτη”
“Αφού με θέλει εξόριστη το ξέρεις. Φαντάζεσαι πως θα χρησιμοποιήσει τη σχέση μας; Θα υποφέρεις και εσύ μαζί μου.”
“Για σένα θα υπέφερα με χαρά. Άλλωστε τι σημασία έχει πια; Αύριο μπορεί να είμαστε νεκρές.”
“Έχεις δίκιο όπως πολλές φορές. Αλλά δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω πέρα από περιφρόνηση. Σου υπόσχομαι ότι όταν θα έχω κάτι να σου προσφέρω θα είσαι και στο πλευρό μου και νύμφη μου.”
“Μπορώ τουλάχιστον να μην είμαι μόνη απόψε;”
Χαμογέλασαν η μία στην άλλη και αποσύρθηκαν αγκαλιασμένες.

Θάνατος

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε με έναν ακόμη βομβαρδισμό. Από το πρωί η βασίλισσα είχε συγκαλέσει πολεμικό συμβούλιο. Όλες ένιωθαν την ένταση που υπήρχε. Η Ντιάνα με τις φίλες της από το πρωί περιφερόταν στις οχυρώσεις, μιλούσε με τις αμαζόνες που φυλούσαν σκοπιά και προσπαθούσε να τις ενθαρρύνει. Το συμπέρασμά της ήταν αποκαρδιωτικό. Δεν υπήρχε περίπτωση να αντέξουν πολύ, ίσως μία επίθεση ακόμα να την απέκρουαν και αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχε φόβος στα μάτια τους, υπήρχε όμως απογοήτευση. Είχαν πιστέψει ότι ήταν ανίκητες, είχαν πιστέψει στο όραμα της βασίλισσάς τους. Και τώρα απλά περίμεναν το τέλος.

Η Ντιάνα ήταν εξοργισμένη με τη βασίλισσα. Θα άφηνε την περηφάνια της να καταστρέψει το λαό της;

“Πρέπει να κάνουμε κάτι!” είπε στην Αλεξάνδρα.

“Πιστεύεις ότι θα σε ακούσει η βασίλισσα;” τη ρώτησε αυτή

“Δεν νομίζω, αλλά πρέπει κάποια να μιλήσει, ίσως αν γίνει η αρχή θα μιλήσουν και άλλες”

“Αχ, Ντιάνα, δε νομίζω ότι θα καταφέρεις τίποτα.”

Τη συζήτηση διέκοψε η ανακοίνωση ότι θα μιλήσει η βασίλισσα. Η Ντιάνα με την ομάδα της κατευθύνθηκαν στην ακόμα προστατευμένη από τους βομβαρδισμούς αυλή. Είχε ήδη συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος. Μέχρι να καταφέρουν να φτάσουν κοντά στη σκάλα, στην κορυφή της είχε ήδη εμφανιστεί η βασίλισσα και όπως πάντα η αδερφή της ήταν στο πλευρό της.

“Κόρες μου!” είπε δυνατά και απλώθηκε ησυχία. “Γενναίες πολεμίστριες της Silveria, χθες καταφέρατε μια σημαντική νίκη. Οι εχθροί μας δεν μπόρεσαν να μας κάμψουν. Σήμερα, θέλω να σας ζητήσω έναν άθλο! Έναν άθλο που γραφτεί στην ιστορία! Σήμερα θέλω όχι απλά να τους απωθήσουμε αλλά να τους τσακίσουμε! Ξέρω πως είστε κουρασμένες και θα είναι δύσκολο αλλά πρέπει για το καλό της Silveria να κάνουμε το αδύνατο. Θέλω να τους απωθήσουμε, να τους καταδιώξουμε και να τους κατατροπώσουμε πριν προλάβουν να ανασυνταχθούν! Να τους σκοτώσουμε μέχρι τον τελευταίο! Και μετά ο δρόμος για τη Silveria minor είναι ανοιχτός!”

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή της η βασίλισσα Ιππολύτη, η Ντιάνα είχε ανέβει στα μισά της σκάλας μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων.

“Μητέρα όχι! Δεν βλέπεις πως οι κόρες σου, οι πολεμίστριές μας δεν αντέχουν άλλο; Δεν βλέπεις ότι θα τις οδηγήσεις σε μάταιη θυσία; Το όνειρο της κατάκτησης της Radonia έχει τελειώσει! Ας κάνουμε μια τίμια συνθήκη ειρήνης με αυτούς και ας ξαναφτιάξουμε το βασίλειό μας! Σε ικετεύω ως κόρη της Silveria και πριγκήπισσα.”

Όλες είχαν μείνει άφωνες. Η βασίλισσα είχε μείνει άναυδη. Από κάτω ακούγονταν μουρμουρητά καθώς οι αμαζόνες συζητούσαν. Η Ιππολύτη κινήθηκε προς το μέρος της.

“Πως τόλμησες! Αυτά τα λόγια είναι προδοσία!”

Τη διέκοψε η ψυχρή φωνή της βασίλισσας.

“Νομίζεις, Ντιάνα, ότι νοιάζεσαι περισσότερο για το λαό μας από εμένα; Η αυθάδειά σου συναγωνίζεται μόνο την αλαζονεία σου. Θα σε συγχωρήσω για τελευταία φορά. Ιππολύτη, μαστίγωσέ τη λίγο για να έχει αξία η συγγνώμη της.”

Η Ντιάνα χωρίς να πει λέξη γονάτισε και γύρισε την πλάτη στην αδελφή της. Η Ιππολύτη με εμφανή ικανοποίηση σήκωσε το μαστίγιο και το κατέβασε με δύναμη. Η Ντιάνα το ένιωσε να καίει την πλάτη της αλλά δεν έβγαλε την παραμικρή κραυγή πόνου. Η Ιππολύτη τη χτύπησε άλλες τέσσερις φορές.

“Ζήτα συγγνώμη τώρα!” της είπε. Η Ντιάνα την αγνόησε και στράφηκε στη βασίλισσα.

“Όχι μητέρα!” είπε με σταθερή φωνή παρά τον πόνο “Είμαι ελεύθερη αμαζόνα και δεν θα ζητήσω συγγνώμη που είπα τη γνώμη μου στη βασίλισσά μου, δικαίωμα που ορίζουν οι νόμοι μας”

Μουρμουρητά ακούστηκαν πάλι από κάτω και μερικές σκόρπιες φωνές επιδοκιμασίας.

“Αποτελείωσέ την!” φώναξε έξαλλη η βασίλισσα.

Η Ιππολύτη ήταν έτοιμη να τραβήξει το σπαθί της όταν ακούστηκε πάλι το σήμα συναγερμού. “Όλες στα τείχη! Έρχονται!”

Το επεισόδιο ξεχάστηκε αμέσως καθώς όλες έτρεχαν να πάρουν τις θέσεις τους. Η βασίλισσα Ιππολύτη σφύριξε περνώντας δίπλα από τη Ντιάνα “Εξαφανίσου μέχρι να γυρίσω αλλιώς θα το μετανιώσεις.”

Η Ντιάνα απέμεινε εκεί ακίνητη και άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν. Η Αλεξάνδρα έτρεξε κοντά της.

“Γιατί, γιατί το έκανες αυτό;” της είπε σκουπίζοντάς της τρυφερά τα δάκρυα.

“Για να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. Φύγε, γλυκιά μου, πήγαινε με τις άλλες και να προσέχεις. Εγώ τώρα είμαι μια εξόριστη. Δεν πρέπει να σε βλέπουν μαζί μου τώρα.”

“Αν ερχόμουν και εγώ;”

“Όχι, εσύ έχεις μέλλον εδώ μην το πετάξεις για χάρη μου” της είπε και την αγκάλιασε “Θα προσπαθήσω μόλις ηρεμήσουν τα πράγματα να κρατήσουμε επαφή.” Φιλήθηκαν τρυφερά για τελευταία φορά και χώρισαν. Η Ντιάνα πήγε να περιποιηθεί την πλάτη της και να μαζέψει τα πράγματά της. Δεν είχε σκοπό να μείνει ούτε λεπτό παραπάνω απ’ όσο ήταν απαραίτητο.

Μετά από ώρα και ενώ έψαχνε με το μυαλό της τρόπους να περάσει μέσα από τον κλοιό των πολιορκητών ακούστηκε μεγάλη φασαρία και άρχισε πάλι ο συναγερμός.

Φωνές ακούγονταν τώρα παντού μέσα στο ανάκτορο και πολλές αμαζόνες έτρεχαν οπλισμένες προς τα έξω. Η Ντιάνα δεν μπόρεσε να κρατηθεί και βγήκε από τα δωμάτιά της. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε σκοπό να φύγει όσο η μάχη μαινόταν. Πριν προλάβει να πάει μακριά έπεσε πάνω σε μια αλαφιασμένη Αλεξάνδρα.

“Ντιάνα! Ευτυχώς σε βρήκα! Τρέχα! Η βασίλισσα!”

Η Ντιάνα προσπάθησε να την ηρεμήσει και να καταλάβει τι γινόταν.

“Ηρέμησε! Μίλα πιο σιγά! Τι έγινε με τη βασίλισσα;”

“Δεν ξέρω! Λένε ότι έπεσε νεκρή, άλλες λένε ότι τραυματίστηκε βαριά! Πρέπει να μάθουμε!”

“Τελικά το σχέδιό της είχε τραγική κατάληξη… αχ, μητέρα, γιατί, γιατί;”

“Μόνο τραγική; Δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε! Χάθηκαν όλα!”

“Τι λες; Πες μου τι έγινε!”

“Ήταν παγίδα! Ήρθαν όπως χθες, αλλά μόλις είχε αρχίσει να γενικεύεται η συμπλοκή στα τείχη, υποχώρησαν. Όλα φαίνονταν πολύ εύκολα και αφού είχε δώσει εντολή η βασίλισσα όλες ξεκίνησαν την καταδίωξη και πρώτη η αδελφή σου.”

“Και;”

“Εγώ έμεινα πίσω γιατί μου φάνηκε ύποπτη η υποχώρηση μετά τα χθεσινά. Τα είδα όλα από ψηλά! Μόλις είχαν βγει σχεδόν όλες έξω από τα τείχη και τους καταδίωκαν άρχισε να μας χτυπά το πυροβολικό τους!”

“Μα πως; Δεν χτυπούσαν τους δικούς τους;”

“Ήταν απίστευτο! Πρέπει να το είχαν σχεδιάσει πολύ προσεκτικά. Πρέπει να είχαν και σημάδια. Ούτε πέντε μέτρα δεν χώριζαν τις δικές μας από αυτούς αλλά κανένας δικός τους δεν χτυπήθηκε. Οι περισσότερες σταμάτησαν και προσπαθούσαν άλλες να καλυφθούν και άλλες προσπάθησαν να γυρίσουν πίσω. Μέσα σε αυτές ήταν και η βασίλισσα! Εκεί πρέπει να χτυπήθηκε καθώς από τα τείχη μέχρι τις γραμμές τους οι οβίδες έπεφταν βροχή. Μερικές δικές μας με την ορμή που είχαν κατάφεραν να περάσουν και να συνεχίσουν την καταδίωξη και ήταν τόσο τραγικό που δάκρυσα.”

“Τι έγινε; Σκοτώθηκαν όλες;”

“Δεν μπορείς να το φανταστείς πως φαινόταν. Εκεί που έτρεχαν δήθεν υποχωρώντας οι Ραδονιανοί, ξαφνικά σταμάτησαν λες και πέτρωσαν και γύρισαν με τη μία προς το μέρος των δικών μας με τα όπλα έτοιμα. Ήταν σαν ξαφνικά μπροστά τους να εμφανίσθηκε ένας μαύρος τοίχος. Δευτερόλεπτα πριν πέσουν επάνω τους οι δικές μας…” η Αλεξάνδρα δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα λυγμό. Η Ντιάνα την αγκάλιασε.

“Ναι, κατάλαβα, στην ουσία τις εκτέλεσαν… Πες μου πρέπει να τα ξέρω όλα. Οι υπόλοιπες; Τις αποτελείωσε το πυροβολικό τους;”

“Όχι και αυτό είναι το χειρότερο!”

“Χειρότερο; Τι άλλο έγινε; Πες μου!”

“Μόλις είχαν τελειώσει τη σφαγή, ξαφνικά ο βομβαρδισμός σταμάτησε. Οι δικές μας προσπαθούσαν να οργανωθούν και να βοηθήσουν τις πληγωμένες. Και αυτοί άρχισαν να προελαύνουν. Αργά, πυροβολώντας κατά διαστήματα και με τις ξιφολόγχες προτεταμένες. Αλλά το χειρότερο ήταν το βήμα τους. Έρχονταν βαδίζοντας ρυθμικά χτυπώντας όλοι μαζί το πόδι κάτω. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το χτύπημα του ποδιού τους που έκανε το έδαφος να τρέμει και οι σάλπιγγές τους που έπαιζαν το πένθιμο. Και…” Η Αλεξάνδρα έτρεμε. Η Ντιάνα την έσφιξε στην αγκαλιά της, ενώ δάκρυα είχαν αρχίσει να τρέχουν από τα μάτια της.

“Λύγισαν…” είπε σιγανά η Αλεξάνδρα “Απλά γύρισαν την πλάτη στον εχθρό και άρχισαν να τρέχουν προς τα τείχη. Και αυτοί συνέχισαν να έρχονται. Τελειώσαμε… πως θα σηκώσουμε ξανά το βλέμμα;”

“Σταμάτα! Δεν είναι ώρα για θρήνο! Που είναι τώρα; Πρέπει να έχουν φτάσει στα τείχη. Κάθησε, πάω να δω τι γίνεται!”

Η Ντιάνα έτρεξε έξω που επικρατούσε αναστάτωση και πανικός. Είδε μια μεγάλη ομάδα να έρχεται προς το ανάκτορο. Έτρεξε κοντά τους καθώς αναγνώρισε τις αμαζόνες της βασιλικής φρουράς. Ανάμεσά τους ήταν και η αδελφή της και…

“Ω, θεά!” αναφώνησε η Ντιάνα. Στα χέρια των αμαζόνων της ήταν το άψυχο, γεμάτο αίματα, κορμί της βασίλισσας Ιππολύτης. Αυτή τη φορά η αδερφή της απλά αρκέστηκε να την κοιτάξει ανέκφραστη. Καθώς πήγαιναν προς το ανάκτορο, τις διέκοψε ένα μήνυμα από τα τείχη. “Σταμάτησαν! Ζητούν να μιλήσουν!”

Η Ιππολύτη ως διάδοχος κατευθύνθηκε μαζί με την αρχιστράτηγο προς την κεντρική πύλη. Η Ντιάνα τις ακολούθησε. Ανέβηκαν με δυσκολία στο κατεστραμμένο τείχος. Η Ντιάνα είδε σχεδόν μια ανάσα στη βάση των τειχών, παρατεταγμένη σχεδόν όλη τη δύναμη των αντιπάλων τους με τα όπλα προτεταμένα. Η πεδιάδα μπροστά της ήταν σπαρμένη με σώματα τα περισσότερα δυστυχώς των αδελφών της. Μια ομάδα αντρών στέκονταν πιο μπροστά, ένας κρατούσε τη λευκή σημαία. Ένας αξιωματικός με επίσημη στολή έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε δυνατά:

“Ποια η τύχη της βασίλισσας Ιππολύτης;”

Η Ιππολύτη και η Ντιάνα κοίταξαν αμήχανα την αρχιστράτηγο. Αυτή πήρε βαθιά ανάσα και απάντησε:

“Η βασίλισσα κυνηγάει στο πλευρό της θεάς. Σας μιλώ εκ μέρους της διαδόχου.”

Ο αξιωματικός στράφηκε προς έναν άλλο με επίσημη στολή ο οποίος κάτι του είπε και στη συνέχεια κάρφωσε το βλέμμα του στις δύο πριγκήπισσες όσο ο αξιωματικός μιλούσε.

“Ο κυβερνήτης της Radonia σε ένδειξη σεβασμού για την εκλιπούσα άξια αντίπαλό μας σας παραχωρεί ανακωχή μιας ημέρας για να την τιμήσετε και να σκεφτείτε την πρότασή του για παράδοση με ευνοϊκούς όρους. Αύριο την ώρα αυτή θα περιμένουμε την απάντησή σας.”

Μια δυνατή φωνή ακούστηκε: “Preseeeent… arms!” Σαν ένας άνθρωπος παρουσίασαν όπλα ενώ οι αξιωματικοί έβγαλαν τα κράνη και τα καπέλα τους. Μόλις πέρασε ένα λεπτό απλά γύρισαν και έφυγαν ήρεμα.

Η Ντιάνα κοίταζε μια την αμήχανη αδελφή της και μια την αρχιστράτηγο.

“Πάμε,” είπε αυτή τελικά στις δύο πριγκήπισσες “έχουμε λίγο χρόνο και η μητέρα σας πρέπει να έχει τις τιμές που της αξίζουν. Τα άλλα θα τα συζητηθούν στο συμβούλιο.”

Διαδοχή

Δεν υπήρχε πολύς χρόνος μα ούτε και διάθεση για πολλές επισημότητες, ήταν το πένθος βαρύ έτσι κι αλλιώς. Όλες πια είχαν και από μια φίλη που έπεσε στην πολιορκία. Έτσι το ίδιο βράδυ μαζί με τις άλλες πολεμίστριες που έπεσαν στη μάχη παρέδωσαν το σώμα της Ιππολύτης, βασίλισσας της Silveria στη νεκρική πυρά. Υποτίθεται πως ο θάνατος στη μάχη ήταν ευλογία για κάθε αμαζόνα και θα έπρεπε να χαίρονται καθώς αυτές θα ήταν οι εκλεκτές που θα συντρόφευαν τη θεά, όμως, δάκρυα κυλούσαν από πολλά μάτια και ήταν δύσκολο να πει κανείς αν ήταν για τις αδελφές που αποχαιρετούσαν ή για τη μοίρα που περίμενε και αυτές.

Αργότερα η αρχιστράτηγος έβαλε την τιάρα της βασίλισσας στο θρόνο απ’ όπου θα την έπαιρνε η επόμενη βασίλισσα το μεσημέρι της επόμενης μέρας, λίγες μόνο ώρες πριν λήξει η ανακωχή.

“Ας πάμε τώρα όλες να ξεκουραστούμε, αύριο θα είναι πολύ δύσκολη μέρα και πρέπει να έχουμε καθαρό μυαλό” είπε αυστηρά. Οι αμαζόνες αποσύρθηκαν σιγά σιγά και ησυχία απλώθηκε σε όλο το ανάκτορο.

Η Ντιάνα έκλεισε το σακίδιο με τα πράγματά της, έλεγξε τα όπλα της και χάιδεψε το σπαθί της για τελευταία φορά. Το άφησε στο κρεβάτι της. Ήταν πια εξόριστη και δεν είχε δικαίωμα να έχει το σπαθί, που εμπιστεύεται η βασίλισσα σε κάθε αμαζόνα όταν ενηλικιώνεται. Άνοιξε την πόρτα για να φύγει αλλά μπροστά της είδε την Αλεξάνδρα.

“Που πας;” τη ρώτησε.

“Είναι ώρα να φύγω, το ξέρεις.”

“Όχι, δεν είναι ανάγκη! Μίλησα στην αρχιστράτηγο και μπορείς να μείνεις! Πρέπει η νέα βασίλισσα να σε ανακηρύξει εξόριστη αφού η μητέρα σου δεν πρόλαβε να το ανακοινώσει επίσημα. Έτσι έχουμε χρόνο…”

“Χρόνο για τι; Αλεξάνδρα γιατί αναμείχθηκες; Θέλω να φύγω! Η Ιππολύτη ξέρεις ότι θα με εξοντώσει.”

“Η Ιππολύτη δεν είναι ακόμα βασίλισσα! Και πολλά μπορεί να γίνουν μέχρι τότε!”

“Αλεξάνδρα τι σχεδιάζεις; Μη μου πεις ότι έμπλεξες σε κάτι! Γιατί διακινδυνεύεις;”

“Άκου με!” της είπε οργισμένη η Αλεξάνδρα “Εγώ νοιάζομαι για σένα περισσότερο απ’ ό,τι εσύ για τον εαυτό σου! Θα μείνεις μέχρι να ανακηρυχθεί βασίλισσα! Και μετά αν είναι να φύγεις θα φύγουμε μαζί!”

Η Ντιάνα κούνησε το κεφάλι. “Τι νόημα έχει…”

“Έχει για εμένα! Δεν σου αρκεί αυτό;” τα μάτια της Αλεξάνδρας άστραφταν.

“Εντάξει” είπε παραιτημένη η Ντιάνα “ελπίζω να μη το μετανιώσουμε και οι δύο.”

Η Ντιάνα είχε ανήσυχο ύπνο γεμάτο όνειρα. Ένιωσε μέσα στον ύπνο της να την παρακολουθούν. Γύρισε και είδε τον κυβερνήτη της Radonia να την κοιτάζει στα μάτια. Το βλέμμα του την διαπερνούσε, την έκαιγε αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει. Σήκωσε αργά το χέρι του και την έδειξε. “Όχι, όχι!!!” φώναξε δυνατά και ξύπνησε. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Το κορμί της ήταν ιδρωμένο. “Εφιάλτης” σκέφτηκε και προσπάθησε να ηρεμήσει. Συνειδητοποίησε ότι σε λίγο θα ξημέρωνε. Η Αλεξάνδρα δεν ήταν πια στο πλάι της. Ποιος ξέρει τι σχεδίαζε. Έλπιζε να κρατιόταν μακριά από την αδερφή της γιατί όταν γινόταν βασίλισσα η Ιππολύτη δεν υπήρχε περίπτωση να δείξει έλεος σε μια αμαζόνα που υποστήριζε τη Ντιάνα.

Λίγες ώρες μετά η Ντιάνα περίμενε και αυτή όπως και οι αδελφές της να τελειώσει το πολεμικό συμβούλιο. Ανησυχούσε γιατί δεν είχε καταφέρει να εντοπίσει την Αλεξάνδρα και φοβόταν γι’ αυτή. Λίγο πριν το μεσημέρι, το συμβούλιο τελείωσε και η Ιππολύτη απευθύνθηκε στις συγκεντρωμένες αμαζόνες, που περίμεναν την ανακήρυξη της νέας τους βασίλισσας.

“Αδελφές μου! Οι εχθροί μας θεωρούν ότι με το θάνατο της βασίλισσας Ιππολύτης τελείωσαν μαζί μας και περιμένουν να συρθούμε ηττημένες στα πόδια τους. Όμως, θα αντιμετωπίσουν μια οδυνηρή έκπληξη! Για μια ακόμη φορά, όπως είναι η παράδοσή μας, η Ιππολύτη θα φορέσει την τιάρα και θα σας οδηγήσει περήφανες στη μάχη και στη δόξα! Δεν θα τους περιμένουμε, δεν θα τους δώσουμε χρόνο να αντιδράσουν! Αντί για την παράδοσή μας θα λάβουν την οργή μας! Ετοιμάστε τα όπλα σας αδελφές μου, μόλις φορέσω την τιάρα θα επιτεθούμε!” Λέγοντας αυτά, ξεκίνησε για την αίθουσα του θρόνου, που ήταν κατάμεστη. Η Ντιάνα, απογοητευμένη για άλλη μια φορά από την αυτοκαταστροφική απόφαση του συμβουλίου, γύρισε για τα δωμάτιά της. Θα έφευγε με ή χωρίς την Αλεξάνδρα. Τότε, μια από τις ακολούθους της τη σταμάτησε. “Ντιάνα πρέπει να έρθεις αμέσως στην αίθουσα του θρόνου! Σε περιμένουμε!”

“Ποιες με περιμένετε;” απόρησε η Ντιάνα.

“Εμείς! Η Αλεξάνδρα λέει να έρθεις αμέσως!”

Η Ντιάνα γεμάτη απορία κατευθύνθηκε βιαστικά προς την αίθουσα του θρόνου. Πού είχε μπλέξει η Αλεξάνδρα;

Στην αίθουσα του θρόνου ήταν συγκεντρωμένες όλες οι φατρίες και οι αξιωματούχοι του βασιλείου καθώς και πολλές από αμαζόνες. Η Ιππολύτη ήδη άπλωνε τα χέρια για να πάρει την τιάρα, όταν μια φωνή, η φωνή της Αλεξάνδρας, τη διέκοψε.

“Περίμενε Ιππολύτη, κόρη της Silveria! Η κυρία μου, κόρη της Silveria, σε προκαλεί για το δικαίωμα στο θρόνο!”

Η Ντιάνα δεν πίστευε στα αυτιά της! Στην αίθουσα απλώθηκε μια βοή από τα μουρμουρητά και τα σχόλια των αμαζόνων. Πόσες γενιές είχαν να ακουστούν τα λόγια της πρόκλησης κατά την ανακήρυξη μιας βασίλισσας;

Η Ιππολύτη γύρισε κατακόκκινη από θυμό προς την Αλεξάνδρα. “Τι αηδίες είναι αυτές;” της φώναξε “Είμαστε σε πόλεμο και εσύ μας καθυστερείς! Ποια εννοείς και τι κρύβεται πίσω από αυτό;”

“Η Ντιάνα, κόρη της Silveria, με βασιλικό αίμα της βασίλισσας Ιππολύτης, όπως ορίζει ο νόμος, σε προκαλεί!” της απάντησε η Αλεξάνδρα.

Η Ντιάνα δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί τις συνέπειες. Όλες μέσα στην αίθουσα γύρισαν προς το μέρος της και την κοίταζαν ενώ ένας διάδρομος άνοιξε μπροστά της μέχρι το θρόνο. Η Ιππολύτη έβαλε τα γέλια.

“Αυτή; Αυτή είναι σχεδόν απόκληρη! Αλεξάνδρα πόνταρες σε μια κουτσή φοράδα. Μπορείς να την ακολουθήσεις στην εξορία της. Αρκετά καθυστέρησα με εσάς.” Γύρισε την πλάτη στη Ντιάνα και άπλωσε το χέρι στην τιάρα. Όμως, τη διέκοψε η φωνή της αρχιστρατήγου: “Μη βιάζεσαι κόρη μου! Δεν απάντησες στην πρόκληση.” είπε ήρεμα. Η Ιππολύτη ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές όταν είδε το σοβαρό πρόσωπο της αρχιστρατήγου και των αξιωματούχων. Με έναν αναστεναγμό παραίτησης στράφηκε στις ακολούθους της “Κορίτσια, «τακτοποιήστε» τις μικρές σφετερίστριες.” Παρά την έκφραση δυσαρέσκειας των άλλων αμαζόνων, γύμνωσαν τα σπαθιά τους και περικύκλωσαν την Αλεξάνδρα. Η Ντιάνα έτρεξε γρήγορα προς το μέρος τους! “Αφήστε τη!” φώναξε “Εμένα θέλετε!” Πριν προλάβουν να αντιδράσουν, μέσα από το πλήθος πρόβαλαν οι φίλες της Ντιάνας με τα σπαθιά στα χέρια και στάθηκαν στο πλάι της Αλεξάνδρας. Η Ντιάνα τράβηξε το σπαθί της και στάθηκε μαζί τους. Οι δυο ομάδες ήταν έτοιμες να συγκρουστούν όταν για μια ακόμη φορά ακούστηκε η φωνή της αρχιστρατήγου. “Σταματήστε αμέσως! Βεβηλώνετε τους νόμους μας!” Φωνές επιδοκιμασίας ακούστηκαν από το πλήθος. Η αρχιστράτηγος στράφηκε στη Ντιάνα. “Ντιάνα, ισχύει η πρόκληση που εκ μέρους σου έκανε η Αλεξάνδρα;” Η Ντιάνα ήταν έτοιμη να ζητήσει να ξεχαστεί όλο το θέμα αλλά η αρχιστάτηγος συνέχισε “Ή άσκοπα διέκοψε την τελετή και θα τιμωρηθεί όπως θεωρήσει σωστό η νέα βασίλισσα;” Η Ντιάνα ένιωσε να χάνει το έδαφος από τα πόδια της. Τώρα δε γινόταν να ξεφύγει. Αν αρνιόταν θα ήταν σα να υπέγραφε τη θανατική καταδίκη της Αλεξάνδρας. Γύρισε να την κοιτάξει και είδε στα μάτια της την αποφασιστικότητά της.

“Ναι” είπε σιγανά “ισχύει. Διεκδικώ το θρόνο της Silveria με το σπαθί και το αίμα μου.” Η αρχιστράτηγος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και στράφηκε στην Ιππολύτη. “Ιππολύτη άκουσες την πρόκληση και εγώ η Ανδρομάχη, αρχιστράτηγος της Silveria, ορκίζομαι ενώπιον της θεάς ότι είναι νόμιμο το δικαίωμα και των δύο σας στο θρόνο. Θα υπερασπιστείς το δικαίωμά σου ενάντια στην κόρη που σε προκάλεσε ή θα παραιτηθείς;”

“Θα τη σκοτώσω!” φώναξε μέσα από τα δόντια η Ιππολύτη και πριν προλάβει κάποια να αντιδράσει όρμησε με το σπαθί γυμνό στη Ντιάνα. Οι άλλες ενστικτωδώς έκαναν άκρη και η Ντιάνα ίσα που πρόλαβε αποκρούσει το χτύπημα της αδελφής της. Τα σπαθιά τους διασταυρώθηκαν ξανά και ξανά. Η Ντιάνα υποχωρούσε βήμα βήμα από την ορμή και το μίσος της αδελφής της και ξαφνικά παραπάτησε και η Ιππολύτη κατάφερε να την τραυματίσει στο πόδι. Αίμα άρχισε να κυλάει αλλά ευτυχώς ήταν επιφανειακή η πληγή. “Αρκετά!” φώναξε η Ιππολύτη “Παραιτείσαι τώρα;”

“Όχι όσο ζω και αναπνέω!” απάντησε η Ντιάνα έκπληκτη και η ίδια από την ηρεμία της.

Η Ιππολύτη της επιτέθηκε ξανά αλλά ήταν η σειρά της Ντιάνας να την τραυματίσει. Συνέχισαν να ανταλλάσσουν χτυπήματα ενώ οι αμαζόνες παρακολουθούσαν σιωπηλές τον πανάρχαιο αγώνα για το θρόνο. Το αίμα γινόταν όλο και περισσότερο από τις πληγές που άνοιγαν η μία στην άλλη, όμως, πλέον καμιά τους δεν έδινε σημασία. Η Ντιάνα είχε κουραστεί και ένιωθε το σπαθί ασήκωτο στα χέρια της. Δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα. Κάποια στιγμή γονάτισε ξέπνοη. Είχε χάσει πολύ αίμα και ζαλιζόταν. Είδε την αδερφή της να σηκώνει το σπαθί της για να της δώσει το τελικό χτύπημα. Είδε ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια της Αλεξάνδρας. “Για εκείνη” σκέφτηκε και μάζεψε όση δύναμη της είχε μείνει και μπλόκαρε προς έκπληξη όλων με το σπαθί της το χτύπημα που ερχόταν. Η Ιππολύτη ήταν απροετοίμαστη για αυτή την αντίδραση και το σπαθί της έφυγε από τα χέρια. Η Ντιάνα με τεράστια προσπάθεια ακολούθησε το σώμα της αδερφής της που προσπαθούσε να ξεφύγει και κατάφερε να την ακινητοποιήσει με τη μύτη του σπαθιού της να ακουμπά στο στήθος της. Όλη η αίθουσα κρατούσε την ανάσα της.

“Έλα λοιπόν! Καν’ το!” την προκάλεσε η Ιππολύτη. Η Ντιάνα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

“Δειλή! Δεν έχεις το θάρρος! Πως θα τις οδηγήσεις στη μάχη;” είπε η Ιππολύτη και την έφτυσε.

“Οι μάχες τελείωσαν προς το παρόν. Χρειαζόμαστε ειρήνη για να ορθοποδήσει ο λαός μας. Δειλία είναι να σκοτώνεις τον εχθρό σου όταν είναι στο έλεός σου. Εγώ δεν θα το κάνω.”

Γύρισε και κοίταξε τις άλλες αμαζόνες που παρακολουθούσαν. Καμιά δε μιλούσε. Τότε η αρχιστράτηγος μίλησε πάλι. “Υπάρχει κάποια που αμφιβάλλει ότι η Ντιάνα κέρδισε την πρόκληση; Ας μιλήσει τώρα!” Καμιά δεν κουνήθηκε.

“Ντιάνα, όπως ορίζουν οι νόμοι μας, έχεις κερδίσει το δικαίωμα στο θρόνο της Silveria. Μπορείς να φορέσεις την τιάρα.” Η Ντιάνα με βαριά βήματα έφτασε στο θρόνο και με τα ματωμένα χέρια της πήρε την τιάρα και τη φόρεσε. Σαν ένας άνθρωπος οι αμαζόνες γονάτισαν μπροστά στη βασίλισσά τους. Με δάκρυα στα μάτια, τους ένευσε να σηκωθούν και ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Η Ντιάνα χαμογέλασε και σωριάστηκε στο θρόνο. Συνήλθε μετά από λίγο και βρέθηκε στα χέρια της Αλεξάνδρας. “Έχασες πολύ αίμα… ηρέμησε” Είδε πως είχαν δέσει τις πληγές της. Ήθελε να κοιμηθεί αλλά δεν μπορούσε, ήταν πλέον βασίλισσα και έπρεπε να φροντίσει το λαό της. “Κοίτα που με έμπλεξες” της είπε με χαμόγελο. “Η Ιππολύτη;” θυμήθηκε ξαφνικά την αδερφή της. “Είναι σε καλύτερη κατάσταση αλλά μην ανησυχείς δεν θα μας ενοχλήσει ξανά. Ο νόμος ορίζει ότι πρέπει να εξοριστεί.” Τις διέκοψε η αρχιστράτηγος. “Βασίλισσά μου, είναι σχεδόν ώρα να απαντήσουμε στον κυβερνήτη. Τι θέλετε να του μεταφέρω εξ ονόματός σας;”

“Θα έρθω αυτοπροσώπως αλλά σε παρακαλώ πες μου ειλικρινά τι θα μπορούσαμε να απαντήσουμε;”

Η αρχιστράτηγος έσκυψε το κεφάλι.

“Μη στενοχωριέσαι, Ανδρομάχη. Στην ήττα είναι που χρειάζεται να είμαστε γενναίες. Βοηθήστε με τώρα να σηκωθώ.”

Η Αλεξάνδρα και δυο από τις φίλες τους τη βοήθησαν να περπατήσει μέχρι την κεντρική πύλη, που με τις εντολές της την είχαν ανοίξει και είχαν υψώσει λευκές σημαίες. Γύρω της οι αμαζόνες έβλεπαν τη νεαρή βασίλισσά τους να στέκεται περήφανη παρά τις πληγές της με τη βοήθεια των φίλων της και τη λυπόταν για το βαρύ φορτίο που σήκωσε σα δώρο για τη στέψη της.

Λίγη ώρα μετά ο κυβερνήτης και το επιτελείο του όλοι με τις επίσημες στολές τους μαζί με την τιμητική φρουρά τους στέκονταν μπροστά τους. Αν ένιωσαν έκπληξη όταν η αρχιστράτηγος σύστησε τη Ντιάνα ως βασίλισσα δεν το έδειξαν. Ο κυβερνήτης απευθύνθηκε σε αυτή:

“Λοιπόν, μεγαλειοτάτη, ποια είναι η απόφασή σας;”

Αντί απάντησης η Ντιάνα έλυσε το σπαθί της και το πέταξε στα πόδια του ενώ ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό της. Όλες οι αμαζόνες έσκυψαν το κεφάλι. Ένας από τους αξιωματικούς του το σήκωσε.

“Είσαι πιο σοφή από τη μητέρα σου και τη μητέρα της που ξεκίνησαν αυτό τον πόλεμο και έχασαν τη ζωή τους και το βασίλειό τους εξαιτίας του. Πάρε το σπαθί σου, ξέρω τι ταπείνωση είναι και δεν επιθυμώ να υποβληθείς σε αυτή. Με ενδιαφέρει μόνο να τελειώσει αυτός ο πόλεμος και να διασφαλίσω ότι δεν θα επαναληφθεί. Οι σύμβουλοί σου θα βρουν πολύ ικανοποιητικούς τους όρους της συνθηκολόγησης που προτείνουμε. Δέξου τους και αφιερώσου να φέρεις ξανά το χαμόγελο στις υπηκόους σου. Έχουν πικραθεί πολύ τα τελευταία χρόνια.”

Η Ντιάνα δεν ήξερε τι να απαντήσει. Σίγουρα ο κυβερνήτης δεν ήταν το τέρας που παρουσίαζε η μητέρα της, ούτε έμοιαζε να ενδιαφέρεται για σκλάβες. Μάλλον λυπημένο τον έβλεπε. Ίσως είχε χάσει και αυτός φίλους στον πόλεμο. Καθάρισε το λαιμό της.

“Ευχαριστώ κυβερνήτα. Ο λαός μου ξέρει να εκτιμά τη μεγαλοψυχία. Είμαι σίγουρη ότι θα συμφωνήσουμε. Πληρώσαμε με το αίμα των αδελφών μας αυτή τη στιγμή και πρέπει να την αξιοποιήσουμε.”

Ο κυβερνήτης χαμογέλασε και της έτεινε το χέρι βγάζοντας το γάντι του. Ένας άντρας τολμούσε να τείνει το χέρι σαν ίσος σε μια βασίλισσα των αμαζόνων; “Γιατί όχι, σκέφτηκε η Ντιάνα; Ίσως πρέπει να ξεπεράσουμε κάποιες προκαταλήψεις και τώρα είναι καλή στιγμή να αρχίσουμε.”

Χαμογέλασε και αυτή και του έσφιξε με θέρμη το χέρι. Οι αμαζόνες παρακολουθούσαν έκπληκτες αλλά οι περισσότερες χαμογελούσαν.

“Ο πόλεμος τελείωσε!” φώναξε η Αλεξάνδρα “Ζήτω!”

Φωνές χαράς ακούστηκαν σε όλο το ανάκτορο και σε λίγο και από το αντίπαλο στρατόπεδο.

Χαιρετήθηκαν με όλους τους τύπους με την ακολουθία του κυβερνήτη και οι Radonians αποχώρησαν. Τώρα θα αναλάμβαναν οι διπλωμάτες. Το αύριο θα ήταν δύσκολο αλλά τουλάχιστον λιγότερο φοβερό από το σήμερα. Απόψε όλες δικαιούνταν να ξεκουραστούν μετά από τόσο καιρό. Καθώς τη βοηθούσαν να ανέβει τις σκάλες προς την είσοδο του ανακτόρου, στάθηκε και έριξε μια ματιά στον ήλιο που έδυε. Μια εποχή τελείωνε και άρχιζε μια άλλη. Η δική της! “Ντιάνα, βασίλισσα της Silveria” σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Advertisements

2 thoughts on “Ιστορίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s